«Με αυτές τις τρεις λέξεις γραμμένες στην πολεμική τους σημαία, χρώματος λευκού με γαλάζιο σταυρό, ξεκίνησαν τον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας οι Μανιάτες στις 17 Μαρτίου 1821. Η ημέρα αυτή σημαίνει πολλά για όσους βιώνουν την ζωή τους μέσα στον ιστορικό χρόνο και διαισθάνονται τους μεταφυσικούς τους δεσμούς με τις περασμένες και τις επόμενες γενιές. Ανοίγω παρένθεση: η γενιά του 1821 υπήρξε άτυχη και τυχερή συγχρόνως. Άτυχη, γιατί αντιμετώπισε την απόλυτη εξαθλίωση, ανείπωτες σφαγές και εξανδραποδισμούς, φτώχεια και πείνα μέχρι λοιμοκτονίας, όλες τις κακουχίες και τα βάσανα ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Τυχερή συγχρόνως, γιατί βίωσε μία εποχή ενδιαφέρουσα, όπου μπορούσες – αν ήθελες – να γράψεις ο ίδιος την Ιστορία, οι πράξεις σου να μείνουν αθάνατες στους αιώνες και να ζήσεις «μέσα σε μία ζωή, χίλιες ζωές». Κλείνει η παρένθεση και επανέρχομαι στην 17η Μαρτίου

 

 

Είναι για μένα σημαντικό κάθε χρόνο στις 17 Μαρτίου να είμαι παρών στις επετειακές εκδηλώσεις στην Αρεόπολη. Δεν είναι μόνο η αγάπη για την ιδιαίτερη Πατρίδα μου, που με καλεί στην μυστηριακή γη της Μάνης. Είναι πρώτα απ’ όλα οι μεταφυσικοί παλμοί του τόπου, απόρροια της συγκλονιστικής Ιστορίας που γράφεται σε αυτόν εδώ και χιλιετίες. Ένα υπόγειο κάλεσμα, μία ανεξήγητη έλξη που ξεπερνά τα υλικά όρια της εφήμερης ύπαρξής μας και μας κάνει ένα με τις γενιές που έγραψαν την Ελληνική Ιστορία. Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την ραγδαία άνοδος του Κινήματος της Χρυσής Αυγής, η παρουσία μας στις εορταστικές εκδηλώσεις για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης απέκτησε μία ακόμη πιο έντονη χροιά. Η Μάνη θεωρείται, δικαίως, η «καυτή έδρα του Λαϊκού Συνδέσμου» καθώς ολόκληρες περιοχές, όπως η κοινότητα Λάγειας από την οποία και κατάγομαι, μας αναδεικνύουν πρώτη δύναμη.

Η ατμόσφαιρα το πρωινό της 17ης Μαρτίου στην Αρεόπολη είναι μαγική. Δεν είναι μόνο οι  παραδοσιακές φορεσιές των μαθητών, τα στρατιωτικά αγήματα και τα μικρά παιδιά που περπατούν ζωσμένα πιστόλες και μαχαίρια για να θυμίζουν το αρειμάνιο πνεύμα της εποχής, από το οποίο πήρε το όνομά της η πρωτεύουσα της Μάνης. Είναι ταυτόχρονα η αίσθηση πως βρισκόμαστε στην κοιτίδα και έδρα μας. Πως επιστρέφουμε στον σκληρό πυρήνα της Χρυσής Αυγής, που δεν είναι απλά ένα Κίνημα πολιτικό, αλλά είναι η ίδια η φωνή της φυλετικής ψυχής σε καιρούς που η Ελλάς κινδυνεύει να χαθεί. Κατά τις καταθέσεις στεφάνων, την στιγμή που ο εκφωνητής αναγγέλει τον εκπρόσωπο του Λαϊκού Συνδέσμου, ένα κύμα επευφημιών ξεκινά από την κεντρική πλατεία, καλύπτει τα λιθόστρωτα δρομάκια, διαχέεται στα απάτητα γύρω βουνά και έπειτα χάνεται στον γαλανό ουρανό. Εντελώς αυθόρμητα, χιλιάδες Έλληνες ενωμένοι υψώνουν φωνή στεντόρεια, που ξεπερνά τα όρια της εποχής μας και αντηχεί για πάντα μέσα στον ιστορικό χρόνο. Η φωνή αυτή δεν παράγεται από τον παλμό των φωνητικών χορδών, αλλά από τον ανεπαίσθητο παλμό της φυλετικής ψυχής, που με τόνο τραγικό κραυγάζει και πάλι το αιώνιο σύνθημα της Μάνης: «Νίκη ή Θάνατος».

Οι Μανιάτες του 1821 ζούσαν ελεύθεροι γι’ αυτό και δεν συνέδεσαν την πολεμική εποποιία τους με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» των υπόλοιπων Ελλήνων. Ζούσαν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από τον ζυγό της δουλείας και της υποταγής στον ξένο κατακτητή. Ταυτόχρονα διήγαγαν βίο λιτό και σκληρό, απελευθερωμένο από κάθε ψεύτικη ανάγκη και ταυτισμένο με την άγρια και άνυδρη όψη του τόπου τους. Η Ελευθερία των Μανιατών είναι το όραμα κάθε ελεύθερου ανθρώπου και έχει σημασία διττή. Συμβολίζει την απαλλαγή από τα δεσμά κάθε ξένου αφέντη, αλλά και κάθε ξένης ανάγκης, κάθε ανάγκης που αλλοτριώνει την ελεύθερη φύση του ανθρώπου. Το σύνθημα της Μάνης με εμπνέει ακόμα και σήμερα, που – σύμφωνα με τους καθεστωτικούς νόμους – έχω στερηθεί την ελευθερία μου, στην πραγματικότητα όμως αισθάνομαι περισσότερο ελεύθερος από ποτέ. Βιώνω την ελευθερία, όπως ακριβώς την όρισε ο Νίκος Καζαντζάκης, ταυτίζοντάς την με την απαλλαγή από κάθε αίσθημα φόβου και ελπίδας. Όπως ακριβώς οι παλαιοί Μανιάτες, που χωρίς φόβους και ελπίδες, φορώντας αόρατες παρωπίδες για να βλέπουν μπροστά τους μόνο την Νίκη, ξεκινούσαν εκείνο τα αθάνατο πρωινό του 1821 να ελευθερώσουν την Ελλάδα.

Αναζητώντας τα αρχεία της εποχής, ανακάλυψα τα ονόματα δύο προγόνων μου πολεμιστών, που έλαβαν Αριστείο Ανδρείας από τον βασιλιά Όθωνα. Οι συγκεκριμένοι τιμητικοί τίτλοι δόθηκαν σε αγωνιστές που συμμετείχαν σε πολεμικές επιχειρήσεις, διακρίθηκαν και παρέμειναν εν ζωή όταν η Ελλάς έγινε ανεξάρτητο κράτος. Θυμήθηκα λοιπόν μία αφήγηση του πατέρα μου, που μου άρεσε να ακούω όταν ήμουν μικρός. Σύμφωνα με αυτή, τον Μάρτιο του 1821, όταν ξεκίνησε η εξόρμηση της Ανατολικής Μάνης για την απελευθέρωση των κάστρων της Πελοποννήσου, έφυγε από το χωριό μας ένα σώμα τριάντα ενόπλων ανδρών. Στο τέλος του Αγώνα επέστρεψαν μόνο δύο. Τα ιστορικά αρχεία επαλήθευσαν την αφήγηση αυτή. Αριστείο ανδρείας έλαβαν από το Ελληνικό Βασίλειο δύο πρόγονοί μου, ο Λεούτσης (δηλαδή Λεωνίδας) και ο Πέτρος Κασιδιαράκος (η γραφή του ονόματος άλλαξε μερικές δεκαετίες αργότερα και στους εκλογικούς καταλόγους του 1870 συνάντησα για πρώτη φορά το όνομα Κασιδιάρης). Αξίζει να σημειωθεί πως στον ίδιο κατάλογο πολεμιστών εμφανίζεται αρκετές φορές το όνομα Μιχαλολιάκος, αλλά και δεκάδες άλλα ονόματα παιδιών που μετέχουν ενεργά στον αγώνα της Χρυσής Αυγής. Κάθε χρόνο, στην επέτειο της 17ης Μαρτίου, τιμούμε πρώτα απ’ όλα αυτούς τους άνδρες. Για μία στιγμή λοιπόν μου κακοφάνηκε, που φέτος δεν μπόρεσα να δώσω το παρόν στις εορταστικές εκδηλώσεις της Αρεόπολης.

Το συναίσθημα αυτό δεν κράτησε για πολύ. Γρήγορα εννόησα πως αποδίδουμε τιμές πρωτίστως με τις πράξεις μας και με τον βίο που εν γένει διάγουμε και δευτερευόντως με παρελάσεις και τιμητικούς στεφάνους. Η προσήλωση μας στα εθνικά ιδανικά, παρά τις φυλακίσεις και τους πολιτικούς διωγμούς, είναι ο καλύτερος τρόπος απόδοσης τιμών στους προγόνους μας. Αργότερα θυμήθηκα τον Πέτρο Μαυρομιχάλη, το άγαλμα του οποίου κοσμεί την κεντρική πλατεία της Αρεόπολης και στην σκιά του καταθέτουμε κάθε χρόνο το στεφάνι της Χρυσής Αυγής. Ο Αρχιστράτηγος των Σπαρτιατικών Στρατευμάτων, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος φυλακίστηκε – άδικα – από τον Καποδίστρια, ο οποίος εκτελέστηκε – άδικα – από τον αδελφό και τον υιό του Πετρόμπεη. Ούτε κατά διάνοια δεν συγκρίνω την προσωπική μου ασημαντότητα με τους γίγαντες της εποχής εκείνης. Πλην όμως συνειδητοποιώ πως στην Ελλάδα υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας: να φυλακίζεσαι όταν αποφασίζεις να αντισταθείς στην εκάστοτε εξουσία και να αγωνιστείς υπέρ Πατρίδος.»

Ηλίας Κασιδιάρης.